Selected Courses on Digital Art-UOWM

2 Μαΐου 2013


Filed under: Notes — admin @ 20:41

Chantal Akerman: Maniac Shadows

Special event: Chantal Akerman reading 
Thursday, April 11, 7pm 

In conjunction with her solo exhibition Maniac Shadows, Chantal Akerman will present an evening length performative reading of a new autobiographical text, My Mother Laughs. The text details her aging mother’s daily life, intertwined with wider themes of familial relations and personal history. After the reading, attendees may preview the exhibition, opening April 12th.

Playing on entwined relationships of presence and absence, the legendary Belgian filmmaker’s latest installation features video shot at her residences in different countries. During the exhibition’s opening day, Akerman will be recorded in The Kitchen’s second-floor space reading from her story My Mother Laughs. This video will join the others, introducing a kind of psycho-geography for domestic settings at once near and far.

Curated by Tim Griffin and Lumi Tan

Exhibition Hours: Tues–Fri, 12–6pm; Sat 11–6pm

This exhibition is made possible with support from The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Dedalus Foundation, Inc., and with public funds from the New York City Department of Cultural Affairs and the New York State Council on the Arts with the support of Governor Andrew Cuomo and the New York State Legislature. 

Photo: Courtesy the artist.

A memorial to nothing … Christian Boltanski’s work at the Grand Palais, Paris. Photograph: Didier Plowy
First there is the noise, a ­clamour that fills the ­echoing vault of the Grand Palais like a great and ­distant crowd. It shifts as one wanders about ­Christian Boltanski’s Personnes, his new project for Monumenta, the annual ­Parisian equivalent to Tate ­Modern’s ­Turbine Hall commission. The ­roaring, ­sonorous boom of white noise ­separates into deep, regular thuds, and above it the croak of frogs or the alarm calls of unseen jungle birds. There are disco squelches and native drums.
These sounds are all human ­heartbeats. Visitors can make their own contribution by having their heart rhythms recorded by white-coated technicians in booths off the main space. Boltanski, one of France’s leading artists, is compiling an ­archive of heartbeats that he intends to be housed, eventually, on a remote and inaccessible Japanese island. He has ­already collected over 15,000 ­individual recordings. One day, these beating hearts will all belong to the dead. If Boltanski’s art endures, one might also imagine that the visitors who make it to the island in the future have yet to be born.
Boltanski’s art is filled with tragedy, humour and a sense of the absurd. It’s a hoot. It is also exceptionally cold. Monumenta usually takes place in late spring, but Boltanski delayed the ­opening to take advantage of ­lightless days and winter chill. Personnes is filled with intimations of the dead. To begin with, one is confronted by a long, high wall of stacked rusted boxes, each of them numbered, the contents of which are unknown. Beyond lies a field of old clothes, lain out in a grid running the length of the building, like municipal flower beds or a field of remembrance. There are old coats and anoraks, once-fashionable things and shapeless things, bright cardigans and children’s sweaters, tatty jumpers and forlorn skirts – a rag-picker’s field or the last day of the spring sales.
Rusted vertical posts divide the grid, supporting striplights slung ­between wires, whose thin glare gives the space a dismal carnival air – or the feel of some stadium in which ­detainees have been rounded up and sent to their doom. It is hard not to think of ­deportations and genocides, a ­recurrent theme in Boltanski’s art.
A great mechanical grab suspended from a crane plucks at a mountain of more old clothes, repeatedly lifting quantities of wretched sweaters, dresses and coats towards the roof of the Belle Epoque building, only to drop them again in a flurry of flailing ­garments and clouds of dust, back on to the 50-tonne mound. The process is as pointless as it is interminable. ­Boltanski has said he thinks of the grab as the indifferent hand of God, or one of those fairground amusements where you try to grab a particular toy, and always fail.
Platitudes about death and ­­absence are easy, however close to hand and present death always is. There are more people alive now than ever before. Ghosts have been crowded out and their voices drowned by the living, WG Sebald remarked somewhere. This thought also permeates Boltanski’s art, which has insistently returned to the subject not just of death but of the anonymity death confers. He deals in traces rather than ghosts, with shadows and lists, ­photographs of the dead and piles of old clothes. His art, ultimately, is a ­memorial to nothing, to everyone and no one.
Another of his current projects is to be filmed in his studio, 24 hours a day, from now until his own death. There is a live feed to a cave in Tasmania owned by a collector, who can watch Boltanski’s daily life as it unfolds, but will be unable to rewind and watch prior moments of this constant record until after Boltanski himself has died. He has also said that art is an attempt to prevent death and the flight of time. Boltanski was, by his own account, a boy who never wanted to grow up.
His father was a secular Jew who hid in a space under the floorboards in the family home during the last years of the Nazi occupation in Paris. ­Boltanski’s mother, a Christian, kept up the pretence that she had been left by her errant husband, who emerged from hiding to father the artist in 1944. This fact permeates Boltanski’s work, and he frequently refers to it in interviews; it explains his instinct for the absurd and the obsession with death.
It is hard to avoid ­comparison ­between Personnes, with its ­unsettling atmosphere and gravitas, and the previous Monumenta project, the great Promenade by Richard Serra in 2008, one of the best works to come out of the past decade. The ­intentions and manners of these two artists could not be more ­different, but both stress the importance and place of the ­spectator, and their ­relation to objects and spaces. Both are also ­preoccupied by repetition and ­difference, a sensitivity to the ­conditions of place and time. It is a ­relationship that is grounded in the body, as much as it is in ideas. One day all our bodies will be stilled, our clothes empty.

«επιτελεστικές εν-καταστάσεις»
       («performative in-stallations»)
Επιτελέσεις που καταλήγουν σε  έργα τέχνης –εγκαταστάσεις.
Εγκαίνια 9 Μαΐου 2013 στις 19.00
Ημερομηνίες για τις επιτελέσεις:
9,10,11|05|2013 στις 19.00 & 20.00
14|05|2013 στις 19.00
Artist talks: Σάββατο 25 Μαΐου, στις 14.00
To Κέντρο Τέχνης & Πολιτισμού Beton7, παρουσιάζει από 9 – 30 Μαΐου 2013 επιτελέσεις που καταλήγουν σε έργα τέχνης – εγκαταστάσεις του Δημοσθένη Αγραφιώτη. Οι επιτελέσεις (performances) έχουν χαρακτήρα συμμετοχικό, δηλαδή, απαιτούν την ενεργό συμβολή των ‘θεατών’. Το τελικό αποτέλεσμα συγκροτεί την έκθεση των παραχθέντων υλικών συνθεμάτων.
Στην όλη διαδικασία συνδράμουν οι: Αντρέας Πασιάς, Θοδωρής Παπαθεοδώρου και Απόστολος Πλαχούρης.

Η επιτέλεση (performance) ως ανταλλαγή ενέργειας ανάμεσα στο σώμα του καλλιτέχνη και τα σώματα των συμμετεχόντων μπορεί να καταλήξει στη διαμόρφωση τέχνεργων, αντικειμένων, εικόνων, ήχων. Σύμφωνα μ αυτή την εκδοχή της επιτέλεσης, το παραγόμενο σύνολο θα μπορούσε να διεκδικήσει την υπόσταση του ‘έργου τέχνης’, ‘αισθητικού αντικειμένου’, ή ‘εγκατάστασης’ (installation); Με μιαν άλλη έκφραση, η επιτέλεση θα μπορούσε να έχει διπλό ρόλο: (i) να αποτελέσει αυτόνομη καλλιτεχνική διαδικασία, (ii) να λειτουργήσει ως μηχανισμός παραγωγής καλλιτεχνημάτων;
Η διπλή διεργασία της επιτέλεσης αναδεικνύει πτυχές που συνδέονται με τα διώνυμα, υλικό/άυλο, ατομικό/συλλογικό, σωματικό/διανοητικό, χωρίς να υπάρχει ωστόσο η διάθεση να τα εξαντλήσει ( ούτε καν να τα οριοθετήσει αναλυτικά ) ως αντιθέσεις.
Η επιτέλεση ως τρόπος σύζευξης των χειρονομιών από τους συμμετέχοντες με αφορμή και χάρη στα υλικά αποτελεί εντέλει, ένα πεδίο όπου διαπραγματεύονται οι ανθρώπινοι δεσμοί. Τι είναι όμως τα υλικά κατάλοιπα αυτής της επιτελ-εργίας; Ερείπια μιας σύντομης και εφήμερης ανταλλαγής μεταξύ του καλλιτέχνη και των άλλων συντελεστών-επιτελεστών;» Ίχνη μιας δοκιμασίας σχετικά με τι μπορεί να είναι ένα συλλογικό διάβημα; Απόδειξη, ότι παρ’ όλες τις δυσκολίες και τους περιορισμούς που σχετίζονται με τις μεθόδους της επιτέλεσης καθεαυτής, μπορεί να καταλήξει σ’ ένα σύνολο με φιλοδοξίες καλλιτεχνικού επιτεύγματος; Υπόλοιπα των «καθαρμών» στην προσπάθεια άρσης των εμποδίων για τη μεταμόρφωση των καταστάσεων, των πραγμάτων και των ανθρώπων; Ένδειξη, για τη βασική αντίθεση ανάμεσα στην επιτέλεση ως εφήμερο ενέργημα και στην τεκμηρίωση της επιτέλεσης  ως αίτημα για την ολοκλήρωση της Τέλος, τεκμήρια από τον γιορτασμό –απόδοση τιμής στην ανθρώπινη φαντασία και ικανότητα να αναφέρεται  στην τύχη πολιτιστικών προτύπων;
Δημοσθένης Αγραφιώτης
Ποιητής, επιτελεστής/καλλιτέχνης  διαμέσων

1.Κήπος Ζέν-αλφάβητα.(σιτηρά, ζυμαρικά, γράμματα, φωτογραφίες).
2.Αμοιβαιότητα;(αντικείμενα, προβολή, βίντεο).
3.Περιγράμματα-contours. (χαρτιά, μολύβια, μαρκαδόροι).
4.Εμπεδοκλής-4 στοιχεία.(χώμα, νερό, φωτιά, αέρας).
5.Εγκώμιο στο Fluxus. (διαμέσα, εφημερίδες, μελάνια).
6.Αναφορά στον Lyotard. (βίντεο, φωτογραφίες, ήχοι, σχέδια σινικής μελάνης)
7.Κρισιολογί_α.(βίντεο, κίνηση, ήχος).

Ο Δημοσθένης Αγραφιώτης είναι ποιητής, εικαστικός καλλιτέχνης διαμέσων (ζωγραφική, φωτογραφική, διαμέσα/intermedia, performance/επιτέλεση, εγκαταστάσεις). Συγγραφέας βιβλίων με δοκίμια και επιστημονικά άρθρα για την τέχνη, την επιστήμη/τεχνολογία, υγεία ως κοινωνικο-πολιτιστικά φαινόμενα και τη νεοτερικότητα. Ατομικές και συλλογικές εκθέσεις ζωγραφικής, φωτογραφικής και οπτικής/εικονοσχηματικής ποίησης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συμμετοχές σε εκδόσεις, κοινωνικο-πολιτιστικές εκδηλώσεις, ταχυδρομική τέχνη, πολυμέσα και διαμέσα, εγκαταστάσεις (ιnstallations) επιτελέσεις (performances), “εναλλακτικές” καλλιτεχνικές δραστηριότητες. Ειδικό ενδιαφέρον για τις συζεύξεις τέχνης και νέων τεχνολογιών – τεχνοεπιστήμης. Έκδοση φυλλαδίου τέχνης ‘Κλίναμεν’ (1980-90) περιοδικού «Κλίναμεν» (Εκδ. Ερατώ, 1990-94) και παραγωγή βιβλίων – καλλιτεχνημάτων (artists books) ‘Κλίναμεν’. ‘Κλίναμεν’ ηλεκτρονικό (2001-).


Δεν υπάρχουν Σχόλια »

No comments yet.

RSS feed for comments on this post. TrackBack URL

Leave a comment

Powered by WordPress

error: Content is protected !!